Η δύναμη των λίγων βασίζεται στην αδράνεια των πολλών.(Howard Zinn)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Πιάστηκαν τα χέρια της να με κρατάει. Κάθε μέρα. Δεν την ένοιαζε. Πόναγε αλλά συνέχιζε. Μέχρι που στάθηκα στα πόδια μου. Μ' έμαθε τα πάντα. Μαζί μεγαλώναμε. Παρέα. Μ' ελληνικό καφέ, κουλουράκια και ιστορίες για τον εμφύλιο. Δύσκολος ο πρώτος αποχωρισμός. Και για τους δυο. Με κοίταζε έξω απ' τα κάγκελα. Περίμενε. Ήθελε να την βλέπω μέχρι να φτάσω στην τάξη. Το ήξερε. Αγωνιούσε για το παραμικρό. Πάντα έτσι ήταν. Έμαθα να γράφω και να διαβάζω. Της το οφείλω λοιπόν. Ατέλειωτα μεσημέρια. Αντιγραφή, ορθογραφία. Μαζί τα κάναμε. Στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας. Μ' έβαζε ν' ακουμπάω το ένα χέρι στη γωνία του τετραδίου. Για να μην τσαλακώνεται. Θυμάμαι τις ζωγραφιές της. Κάτι μεγάλα κοτόπουλα. Γέμιζαν το τετράδιό μου. Έβαζε τον εαυτό της για μέτρο κι έβλεπε πως ψήλωνα. Κάθε πρωί. Με γάλα και μαρμελάδα φράουλα. Άσπρο πάτο μου 'λεγε. Κι ύστερα ψήλωσα. Και την πέρασα. Κι ακόμα μάθαινα. Κι ακόμα μαθαίνω. Πως να γράφω. Πως να διαβάζω. Κι εκείνη είναι εδώ. Σ' αυτό που γράφω. Σ' αυτό που διαβάζω. Γι΄αυτό σου λέω, της  το χρωστάω αυτό. Γι' αυτό που είμαι. Για ότι γράφω. Για ότι διαβάζω.



                                                                                                                                             Στη  Μπάμπο   

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Πέρα(σ)μα

Ανοίγω τα μάτια μου. Είμαι τυλιγμένος μέσα στο πάπλωμα. Τόσο ώστε ίσα ίσα να παίρνω ανάσα και μετά βίας να βλέπω κάτι εκτός από σκοτάδι. Έτσι έκανα πάντα. Φόβος? συνήθεια? Φόβος που δεν συνήθισα• παρέμεινε φόβος. Άλλαξε, μεταμορφώθηκε… παρέμεινε φόβος. Το πρωί λέω στον εαυτό μου ότι είναι συνήθεια• εύκολο. Το βράδυ είναι φόβος. Αόριστος, ασαφής. Δεν είναι πια πάπλωμα ή κουβέρτα. Είναι η ανοιχτή τηλεόραση ή ένα αναμμένο φωτάκι.

Το δωμάτιο γεμίζει φως. Βλέπω απ’ τη σχισμή μου τη σκόνη να εμφανίζεται μαγικά καθώς οι αχτίδες μπαίνουν απ’ το παράθυρο. Τινάζομαι απ’ το κρεβάτι. Τρέχω στο μπάνιο. Βγαίνω. Η πόρτα της κουζίνας είναι κλειστή. Πιάνω το πόμολο. Το χαρακτηριστικό τρίξιμο και μια απ’ τις ομορφότερες μυρωδιές. Η σόμπα είναι αναμμένη. Ο πατέρας μου διαβάζει δίπλα. Το μαύρο ραδιόφωνο παίζει μια γνωστή μελωδία. Η μητέρα μου ετοιμάζει πρωινό. Χαμόγελα. Αντικρίζω την υπέροχη μυρωδιά. Δύο κρουασάν ζεσταίνονται στο μάτι της κουζίνας. Είναι σαββατοκύριακο. Το βλέπω, το μυρίζω, το αισθάνομαι. Ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο. Το ωραιότερο από όλα.

Κλείνω τα μάτια μου. Προσπαθώ… μάταια. Σκέψεις πηγαινοέρχονται• όμορφες, παιδικές. Φοβάμαι να γυρίσω πλευρό μήπως τις χάσω. Θα τις γράψω, σκέφτομαι. Γυρίζω πλευρό.

Η τηλεόραση φέγγει ακόμα…