Η δύναμη των λίγων βασίζεται στην αδράνεια των πολλών.(Howard Zinn)

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Ο Πίνακας

Βλέπω τη σκιά του μολυβιού στο τετράδιο. Με πιέζει να γράψω.

Να προσπαθήσω έστω. Μέχρι και τα φύλλα του τετραδίου μυρίζουν.

Λευκές απρόσμενες σελίδες ελευθερίας στη ματαιότητα.

Τα ξεφυλλίζω ξανά και ξανά.

Ακούω την αναπνοή μου. Αισθάνομαι τον χτύπο της καρδιάς στα δάχτυλά μου καθώς κρατάω το 
μολύβι. Σαν να θέλει να βγει και να σκάσει πάνω στις σελίδες.

Να ελευθερωθεί. Παγιδευμένη στο σώμα τόσο καιρό. Πνίγεται.

Τη βλέπω απέναντί μου. Έχει βγει από μένα. Έχει πάρει μορφή. Στέκεται πάνω σε μια σελίδα. Χτυπάει ακόμα. Σαν να περπατάει με ρυθμό. Και σε κάθε  χτύπο ξεφυσά αίμα με μανία.

Σαν να πετάς ένα κουτί κόκκινη μπογιά πάνω σε άσπρο τοίχο. Θα μπορούσε να μοιάζει με οργισμένο πίνακα.

Οι χτύποι όλο και αδυνατίζουν.

Με κοιτά. Εξασθενημένη. Τελευταίοι χτύποι, τελευταίες πινελιές στον πίνακα που δημιούργησε. Ένα τελευταίο έργο. Μια τελευταία ανάσα. Μια τελευταία εικόνα.

Ξαπλώνουμε αντικριστά. Κυριευμένοι από μια αίσθηση λύτρωσης.

Κοιτάζω το τετράδιο, η σκιά του μολυβιού δεν φαίνεται πια…

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Dirge


Τι καθορίζεις λοιπόν? 
Τι ελέγχεις? 
Ούτε εσένα καλά καλά.
Άμορφα σκοτάδια, μπάινεις χωρίς χρονικότητα, χαμένος... 
χωρίς ενδοιασμούς και ηθικές αναστολές. 
Ταξιδεύεις... Σε σένα, μέσα σου, με αλκοόλ και τον εαυτό σου. 
Σ΄αρέσει να ταξιδεύεις, να χάνεσαι, 
να υπάρχεις μόνο όταν θες, 
να έμφανίζεσαι όταν εσύ θέλεις, 
σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, 
να φτιαχνεις προβολές, 
στο παρελθόν, 
στο μέλλον... 
Γι αυτό ζεις, για να επινοείς, 
να κατασκευάζεις, 
να γκρεμίζεις...
Κι έχεις τόσα μέρη να πας, κι εσύ επιλέγεις τα ίδια, 
τα επινοείς πάλι, 
αναπνέις σ’αυτά. 
Γιατί αυτά γνωρίζεις.
Ίσως είμαστε οι αναμνήσεις μας τελικά, οι εμπειρίες μας στο χρόνο και απλά ταξιδεύουμε. 
Είναι πιο εύκολο να ταξιδεύεις στο χρόνο, να αναβιώνεις εμπειρίες, παρά να δημιουργείς.
Κι αυτό κάνεις, 
αυτό θα συνεχίσεις να κάνεις, 
μέχρι να το αντιληφθείς,
να βγεις σαν παρατηρητής έξω απ’ το χρόνο, 
έξω απ’ τα βιώματά σου και να δημιουργήσεις.
Να πάψεις να επινοείς, 
απλά να ζεις... 
ίσως και να μην γίνει ποτέ, 
ίσως να μην εξαρτάται από σένα... 
μέχρι τότε θα συνεχίσεις να βιώνεις την ιστορία
που τόσο αγαπάς.ίιο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽όσα μέρη να πας, να ξαναδεζεις, να γκρεμίζεις... αυ, να φτιαχνεις προβο

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Απ΄την αρχή

Γεμίσαμε δυστοπίες. Μικρές μικρές ατέλειωτες δυστοπίες.
Παντού.
Στις κουβέντες,στα βλέμματα, στη δουλειά, στο σπίτι...
Σε σένα,
σε μένα.
Άχρωμος τόπος, άχρωμοι άνθρωποι.
Δε φτάνει να μιλάς˙ Χωρίς να ΄σαι άνθρωπος.
Δε φτάνει να χαμογελάς, να ΄σαι ευγενικός,
να ΄σαι ηθικός ή πιστός˙
Χωρίς να ΄σαι άνθρωπος.
Πρέπει να βρεις την ουτοπία σου.
Πώς Ζεις χωρίς ουτοπίες?
      Πώς Ζεις χωρίς χρώμα?
            Πώς Ζεις αν δεν υπάρχεις με τη θέλησή σου, με τη σκέψη σου? 

Που και που ανθίζει και κανένα λουλούδι.
Σαν αυτά που βλέπεις ανάμεσα στα τσιμεντένια πλακάκια και απορείς...
Χρωματίζεται λίγο το πεζοδρόμιο. Έτσι απλά˙ Επειδή ήθελε ν' ανθήσει.
Να ξεκινήσει κάπως μια ουτοπία.
Να σου θυμίσει ότι είσαι άνθρωπος.
Να σε κάνει να σκεφτείς, να πιστέψεις...στον άνθρωπο˙
Σε σένα,
      Σε μένα,
            Στην αλληλεγγύη και στις ουτοπίες.
Θα χρωματίσεις τον διπλανό σου˙
Κι εκείνος κάποιον άλλο.
Θα γεμίσει το πεζοδρόμιο,
                                   ο δρόμος,
                                              η γειτονιά...
Ανθρώπους˙
           Χρωματιστούς˙
                          Υπαρκτούς.
Επειδή ήθελαν να χρωματιστούν,
επειδή ήθελαν να χρωματίσουν.
Επειδή θυμήθηκαν τι σημαίνει να ΄σαι άνθρωπος.
Επειδή πίστεψαν στις ουτοπίες˙

Και πουθενά αλλού...

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

3.24

Σε βλέπω πάλι, στο ίδιο σημείο. Σαν ραντεβού. Άθελά μου˙
             
Σαν να σ
               κ
                  ο
                     ν
                        τ
                           ά
                              φ
                                 τ
                                    ω.

Δεν υπάρχει ο χρόνος. Δεν έχουμε βρει ακόμα την έννοιά του.
Δεν υπάρχουν ρολόγια. Όλα κυλούν με δική τους βούληση,
χωρίς κανόνες, μόνο με τη θέληση.
 Νυχτώνει˙
    Ξημερώνει.
Ακανόνιστα, όμορφα, αυθόρμητα.
χωρίς αρχή και τέλος
αέναα
δεν είναι νωρίς ή αργά
δεν ζούμε σε εικοσιτετράωρα
ζούμε στη μέρα, στη νύχτα,
στη μουσική, στη μπύρα και στα βιβλία.
Καθισμένος στα σκαλιά.
Περιμένω...
Δεν μ'ενοχλεί˙ Έχουμε νικήσει το χρόνο.
Έτσι νιώθω.
Εμφανίζεσαι. Ξυπνάω.
Διψάω πολύ.
Είναι 3.24 τα ξημερώματα.


Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Colourless imagination



Δεν ήμουν καλός στα σχέδια. Δεν είχα φαντασία. Έπρεπε να ξέρω, να βλέπω...
Άδεια κενά ανάμεσα στα κείμενα˙ Άχρωμα.
Δεν είχα φαντασία, δεν χρειαζόταν, έλεγα. 
Ήξερα, 
         έβλεπα˙ 
                  Νόμιζα, χωρίς να αφουγκράζομαι. Απλά άκουγα.
Συνήθισα˙   Χωρίς την ανάγκη να ψάξω για τη φαντασία μου... 
Τα κενά πλήθαιναν, μεγάλωναν, έγιναν σελίδες˙
Άχρωμες
              άδειες,
                        Αφάνταστες.
Άρχισαν να καταλαμβάνουν χώρο, όσο μπορούσαν, σαν υγρά.
Έσβησαν τα κείμενα, πήραν τη θέση τους, τα 'πνιξαν.
Και πάλι συνήθισα˙ 
Από ανάγκη,
από φόβο,
απ' τις πιο όμορφες στιγμές που σε στοιχειώνουν.
Δε φεύγουν, δεν θα φύγουν.
Πρέπει να φανταστώ˙ Δεν τα καταφέρνω. Είναι πιο εύκολο να σκέφτομαι˙
Τα ίδια κείμενα, Ν' ακούω την ίδια μουσική, να διαβάζω τα ίδια βιβλία,
να κάνω την ίδια καθημερινή βόλτα, χωρίς να φαντάζομαι.
Μέχρι τα κενά να γίνουν γράμματα πάλι.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Προσπάθεια



Ανοίγω την πόρτα του δωματίου˙ Μπαίνω μέσα. Σκόρπια χαρτιά στο πάτωμα, πεταμένα βιβλία.

Κι ένα μολύβι. Τα ρούχα στιβαγμένα στην καρέκλα. Πάει καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι.

Να πω. 

Δεν έχω πια γνώμη˙
                                                                   
Ότι θέλεις...

Με ποτό ή χωρίς, νηφάλιος και μεθυσμένος˙ Με στερεότυπα. Δεν γίνεται... Λευκά χαρτιά και μουτζούρες. Πρέπει να θέλεις να βγει˙ Θα έρθει η στιγμή που δεν αντέχεται. Το καταλαβαίνεις˙
Το νιώθεις. Μια σχισμή ανοίγεται στην καρδιά σου˙ Τόση ώστε να χωράνε τα γράμματα. Πονάς.
Σε ανακουφίζει σκληρά. Τότε αρχίζουν να βγαίνουν˙ Ένα ένα. Άμορφα, ακανόνιστα˙ Σαν τον εσωτερικό σου κόσμο.
                                   Κ
                                     ι 
                                       ν   
                                         ο
                                           ύ
                                              ν 
                                                τ
                                                  α
                                                    ι

μέσα σου. Τα νιώθεις. Αγγίζουν τα όργανά σου, τα σπλάχνα σου˙ Το συκώτι, τους πνεύμονες.
Μπλέκονται, ψάχνουν διέξοδο. Κοντεύεις να λιποθυμήσεις.

Θες να τα παρατήσεις πάλι...

Τελευταία όλο χάνεις.

Ανεβαίνουν. Μπαίνουν στον οισοφάγο. Πνίγεσαι˙ Δεν έχεις ανάσα. Πρέπει να βγουν...

Να γίνουν λέξεις˙

Φράσεις˙

Να ηρεμήσεις...

Ξερνάω στο πάτωμα. Λύτρωση. Κοιτάζω τα κίτρινα χαρτιά˙ Χαμογελάω. Έχουν πάρει μορφή.
Επιτέλους θα διάβαζα αυτό που είχα ανάγκη να γράψω. Αυτό που ο εαυτός μου βίαια τράβηξε από μέσα μου. Ότι ένιωθα. Μ'αυτό θα ξεκινούσα πάλι. Πήρα ένα χαρτί.

Δεν έχω πια γνώμη˙

Ότι θέλεις...

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Τον βλέπω πάνω στο άλογο. Νέος, με μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια. Όχι πολύ ψηλός. Ατάραχος, χωρίς φόβο, χωρίς δεύτερη σκέψη... Τον θαυμάζω. Μου μοιάζει. Έτσι μου λένε. Παίρνω τα μάτια μου απ' τη φωτογραφία και τον βλέπω δίπλα μου. Μεγάλος, με λίγα αξύριστα άσπρα γένια, όπως του άρεσε. Τρώμε μαζί στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας. Φασόλια, ψωμί και τυρί. Κάθε φορά του έλεγα να μου πει ιστορίες. Τον ρώταγα για τον πόλεμο. Τελείωνε το φαγητό και άρχιζε να μιλάει. Μέχρι τώρα δεν έχω συναντήσει άλλον να διηγείται έτσι. Ιστορίες που έζησε, ιστορίες που είδε. Έχει έναν δικό του, μοναδικό τρόπο. Δεν ξέρω πως, δεν ψάχνω...φτάνει που είναι μοναδικός σε μένα. Αυτά ήταν τα ''παραμύθια'' μου. Μ' αυτά μεγάλωσα˙ αναρωτήθηκα˙ αποφάσισα˙ και πάλι αναρωτιέμαι. και όποτε αναρωτιέμαι του ζητάω ν' ακούσω πάλι τις ιστορίες. Για να συνεχίσω να μεγαλώνω. Με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο τραπέζι, κοιτάζοντας την ίδια φωτογραφία. Αυτή που μου μοιάζει˙ Αυτή που θέλω να με βλέπω.


                                                                                                                                           
                                                                                  Στον αντάρτη που με μεγάλωσε.