Η δύναμη των λίγων βασίζεται στην αδράνεια των πολλών.(Howard Zinn)

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Προσπάθεια



Ανοίγω την πόρτα του δωματίου˙ Μπαίνω μέσα. Σκόρπια χαρτιά στο πάτωμα, πεταμένα βιβλία.

Κι ένα μολύβι. Τα ρούχα στιβαγμένα στην καρέκλα. Πάει καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι.

Να πω. 

Δεν έχω πια γνώμη˙
                                                                   
Ότι θέλεις...

Με ποτό ή χωρίς, νηφάλιος και μεθυσμένος˙ Με στερεότυπα. Δεν γίνεται... Λευκά χαρτιά και μουτζούρες. Πρέπει να θέλεις να βγει˙ Θα έρθει η στιγμή που δεν αντέχεται. Το καταλαβαίνεις˙
Το νιώθεις. Μια σχισμή ανοίγεται στην καρδιά σου˙ Τόση ώστε να χωράνε τα γράμματα. Πονάς.
Σε ανακουφίζει σκληρά. Τότε αρχίζουν να βγαίνουν˙ Ένα ένα. Άμορφα, ακανόνιστα˙ Σαν τον εσωτερικό σου κόσμο.
                                   Κ
                                     ι 
                                       ν   
                                         ο
                                           ύ
                                              ν 
                                                τ
                                                  α
                                                    ι

μέσα σου. Τα νιώθεις. Αγγίζουν τα όργανά σου, τα σπλάχνα σου˙ Το συκώτι, τους πνεύμονες.
Μπλέκονται, ψάχνουν διέξοδο. Κοντεύεις να λιποθυμήσεις.

Θες να τα παρατήσεις πάλι...

Τελευταία όλο χάνεις.

Ανεβαίνουν. Μπαίνουν στον οισοφάγο. Πνίγεσαι˙ Δεν έχεις ανάσα. Πρέπει να βγουν...

Να γίνουν λέξεις˙

Φράσεις˙

Να ηρεμήσεις...

Ξερνάω στο πάτωμα. Λύτρωση. Κοιτάζω τα κίτρινα χαρτιά˙ Χαμογελάω. Έχουν πάρει μορφή.
Επιτέλους θα διάβαζα αυτό που είχα ανάγκη να γράψω. Αυτό που ο εαυτός μου βίαια τράβηξε από μέσα μου. Ότι ένιωθα. Μ'αυτό θα ξεκινούσα πάλι. Πήρα ένα χαρτί.

Δεν έχω πια γνώμη˙

Ότι θέλεις...

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Τον βλέπω πάνω στο άλογο. Νέος, με μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια. Όχι πολύ ψηλός. Ατάραχος, χωρίς φόβο, χωρίς δεύτερη σκέψη... Τον θαυμάζω. Μου μοιάζει. Έτσι μου λένε. Παίρνω τα μάτια μου απ' τη φωτογραφία και τον βλέπω δίπλα μου. Μεγάλος, με λίγα αξύριστα άσπρα γένια, όπως του άρεσε. Τρώμε μαζί στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας. Φασόλια, ψωμί και τυρί. Κάθε φορά του έλεγα να μου πει ιστορίες. Τον ρώταγα για τον πόλεμο. Τελείωνε το φαγητό και άρχιζε να μιλάει. Μέχρι τώρα δεν έχω συναντήσει άλλον να διηγείται έτσι. Ιστορίες που έζησε, ιστορίες που είδε. Έχει έναν δικό του, μοναδικό τρόπο. Δεν ξέρω πως, δεν ψάχνω...φτάνει που είναι μοναδικός σε μένα. Αυτά ήταν τα ''παραμύθια'' μου. Μ' αυτά μεγάλωσα˙ αναρωτήθηκα˙ αποφάσισα˙ και πάλι αναρωτιέμαι. και όποτε αναρωτιέμαι του ζητάω ν' ακούσω πάλι τις ιστορίες. Για να συνεχίσω να μεγαλώνω. Με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο τραπέζι, κοιτάζοντας την ίδια φωτογραφία. Αυτή που μου μοιάζει˙ Αυτή που θέλω να με βλέπω.


                                                                                                                                           
                                                                                  Στον αντάρτη που με μεγάλωσε.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Πιάστηκαν τα χέρια της να με κρατάει. Κάθε μέρα. Δεν την ένοιαζε. Πόναγε αλλά συνέχιζε. Μέχρι που στάθηκα στα πόδια μου. Μ' έμαθε τα πάντα. Μαζί μεγαλώναμε. Παρέα. Μ' ελληνικό καφέ, κουλουράκια και ιστορίες για τον εμφύλιο. Δύσκολος ο πρώτος αποχωρισμός. Και για τους δυο. Με κοίταζε έξω απ' τα κάγκελα. Περίμενε. Ήθελε να την βλέπω μέχρι να φτάσω στην τάξη. Το ήξερε. Αγωνιούσε για το παραμικρό. Πάντα έτσι ήταν. Έμαθα να γράφω και να διαβάζω. Της το οφείλω λοιπόν. Ατέλειωτα μεσημέρια. Αντιγραφή, ορθογραφία. Μαζί τα κάναμε. Στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας. Μ' έβαζε ν' ακουμπάω το ένα χέρι στη γωνία του τετραδίου. Για να μην τσαλακώνεται. Θυμάμαι τις ζωγραφιές της. Κάτι μεγάλα κοτόπουλα. Γέμιζαν το τετράδιό μου. Έβαζε τον εαυτό της για μέτρο κι έβλεπε πως ψήλωνα. Κάθε πρωί. Με γάλα και μαρμελάδα φράουλα. Άσπρο πάτο μου 'λεγε. Κι ύστερα ψήλωσα. Και την πέρασα. Κι ακόμα μάθαινα. Κι ακόμα μαθαίνω. Πως να γράφω. Πως να διαβάζω. Κι εκείνη είναι εδώ. Σ' αυτό που γράφω. Σ' αυτό που διαβάζω. Γι΄αυτό σου λέω, της  το χρωστάω αυτό. Γι' αυτό που είμαι. Για ότι γράφω. Για ότι διαβάζω.



                                                                                                                                             Στη  Μπάμπο   

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Πέρα(σ)μα

Ανοίγω τα μάτια μου. Είμαι τυλιγμένος μέσα στο πάπλωμα. Τόσο ώστε ίσα ίσα να παίρνω ανάσα και μετά βίας να βλέπω κάτι εκτός από σκοτάδι. Έτσι έκανα πάντα. Φόβος? συνήθεια? Φόβος που δεν συνήθισα• παρέμεινε φόβος. Άλλαξε, μεταμορφώθηκε… παρέμεινε φόβος. Το πρωί λέω στον εαυτό μου ότι είναι συνήθεια• εύκολο. Το βράδυ είναι φόβος. Αόριστος, ασαφής. Δεν είναι πια πάπλωμα ή κουβέρτα. Είναι η ανοιχτή τηλεόραση ή ένα αναμμένο φωτάκι.

Το δωμάτιο γεμίζει φως. Βλέπω απ’ τη σχισμή μου τη σκόνη να εμφανίζεται μαγικά καθώς οι αχτίδες μπαίνουν απ’ το παράθυρο. Τινάζομαι απ’ το κρεβάτι. Τρέχω στο μπάνιο. Βγαίνω. Η πόρτα της κουζίνας είναι κλειστή. Πιάνω το πόμολο. Το χαρακτηριστικό τρίξιμο και μια απ’ τις ομορφότερες μυρωδιές. Η σόμπα είναι αναμμένη. Ο πατέρας μου διαβάζει δίπλα. Το μαύρο ραδιόφωνο παίζει μια γνωστή μελωδία. Η μητέρα μου ετοιμάζει πρωινό. Χαμόγελα. Αντικρίζω την υπέροχη μυρωδιά. Δύο κρουασάν ζεσταίνονται στο μάτι της κουζίνας. Είναι σαββατοκύριακο. Το βλέπω, το μυρίζω, το αισθάνομαι. Ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο. Το ωραιότερο από όλα.

Κλείνω τα μάτια μου. Προσπαθώ… μάταια. Σκέψεις πηγαινοέρχονται• όμορφες, παιδικές. Φοβάμαι να γυρίσω πλευρό μήπως τις χάσω. Θα τις γράψω, σκέφτομαι. Γυρίζω πλευρό.

Η τηλεόραση φέγγει ακόμα…